ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ (ΗΜΕΡΑ 2η ΚΑΙ 3η)



Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ πρώτο τρίημερο. Με λειψή και προβληματική οργάνωση. Με χλιαρή κίνηση κόσμου στις αίθουσες. Με την αποχή της Ομίχλης να μην πετυχαίνει αλλά την ίδια πανταχού παρούσα. Και φυσικά με το ταμείο να είναι μείον. Είπατε τίποτα? Ευτυχώς ο Γιάννης Αγγελάκας και η Μαρίζα Κωχ σώζουν το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ!

ΔΡ ΝΑΚΑΜΑΤΣ


Ο Δρ Νακαματς είναι χωρίς αμφιβολία η ατραξιόν του πρώτου τριημέρου του Φεστιβάλ. Με την πατέντα του κινητού τηλεφώνου στον καρπό, το παπιγιονάκι του, την επαγγελματική καρτούλα του που αναγράφει περήφανος πως έχει πάνω από 3000 εφευρέσεις στο βιογραφικό του ενώ ο Τόμας Έντισον με το ζόρι 1000! Δεν μπόρεσα να πάω στην τιμητική τελετή που του έκανε το Φεστιβάλ (για την οποία έχω την διασκεδαστική υποψία ότι ήταν προυπόθεση για να έρθει ο Γιαπωνέζος Κύρος Γρανάζης). Πρόλαβα όμως πριν φυγει να μιλήσω μαζί του για περίπου 15λεπτά σε μια συνέντευξη στην οποία μου απαρίθμησε αρκετά από τα αγαπημένα του παιδιά, τις εφευρέσεις του δηλαδή, δεσμεύτηκε πως έχει τον τρόπο να στείλει την οικονομική κρίση της Ελλάδας στον αγύριστο (κρύβω πολλές αόρατες πατέντες στο μυαλό μου με βάση τα οικονομικά, είπε χαρακτηριστικά) ενώ υπερθεμάτισε την αγάπη του για τον κινηματογράφο αναφέροντας πως ήταν αυτός που δημιούργησε το Σινεμασκοπ πριν από 60 χρόνια (αν και ψάχνοντας την Βικιπαιδεία άλλα διαβάζει κανείς). Αγαπημένες ταινίες του πάντως είναι του Χιτσκοκ και το Κεντρί με τον Πώλ Νιούμαν.

ΟΔΥΣΣΕΙΕΣ ΣΩΜΑΤΩΝ

Οι ΟΔΥΣΣΕΙΕΣ ΣΩΜΑΤΩΝ - ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΚΟΥΝΔΟΥΡΟ είναι η ταινία με την οποία επιστρέφει ο Αντώνης Μποσκοϊτης στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ μετά το διάλλειμα μιας μικρού μήκους ταινίας στη Δράμα (Ντάμο Σουζούκι). Δεν ξέρω αν αυτή εδώ η ταινία του ή το ΚΥΤΤΑΡΟ είναι η καλύτερη του. Νομίζω πως μπορείς να τα αγαπάς και τα δύο εξίσου δυνατά για ειδικούς λόγους το καθένα. Στόχος του σκηνοθέτη στην συγκεκριμένη ταινία δεν είναι τόσο η παρουσία και η διαδρομή του κινηματογραφικού Κούνδουρου όσο μια ενδελεχής έρευνα πάνω στο ίδιο το πολυσχιδές φαινόμενο Κούνδουρος. Μια έρευνα που έχει σαν πρωταγωνιστές αρκετούς από τους εν ζωή φίλους και παλαιότερους συνεργάτες του σε κινηματογραφικές παραγωγές και όχι μόνο.

Είναι πολύ θετικό πως έχουμε σε αυτή την περίπτωση ένα κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ που στέκεται με προσοχή στην προσωπικότητα του πρωταγωνιστή του χωρίς να τον αγιογραφεί. Σε καμία περίπτωση δεν θα ακούσετε πόσο υπέροχος είναι ο Νίκος Κούνδουρος. Τον τοποθετεί λοιπόν χάρη στις αφηγήσεις όλων όσων μιλάνε στις κανονικές ανθρώπινες γήινες διαστάσεις του και αφήνει απόλυτα κατανοητό στον θεατή της ταινίας το πόσο αυτή η έντονη ποσωπικότητα είναι ένας χείμαρρος που σε παρασέρνει και σε σαρώνει αλύπητα. Θα ήταν δύσκολο νομίζω να παρουσιάσει ο σκηνοθέτης και την ένταση ή την δυναμική αυτού του χειμάρρου από την στιγμή που ο ίδιος ο Κούνδουρος δεν είναι ο μοναδικός ομιλητής του ντοκιμαντέρ. Άλλωστε ο Μποσκοϊτης εξ αρχής ήθελε να ξεψαχνίσει και να βρει μικρές αλλά πολύ χαρακτηριστικές ιστορίες που δίνουν το εύρος της προσωπικότητας.

Στα σημεία της ταινίας που αξίζει να σταθεί κανείς η επινοηση μιας πρόβας για μια νεά ταινία (ένας έξυπνος τρόπος που κρατάει σαν κορμός της σεναριακής αφήγησης της ταινίας από τη μια ενώ από την άλλη φανερώνει μέρος της μεθοδικότητας με την οποία ο Κούνδουρος σκηνοθετεί τους ηθοποιούς του), το παιχνίδι ταχύτητας και εστίασης με το φακό, το σφιχτό μονταζ που δημιουργεί ιδανικές συνθήκες οικονομίας στην αφήγηση και στην διάρκεια της ταινίας, τα κλασσικά τερτίπια του σκηνοθέτη με το υλικό αρχείου που παρουσιάζεται ασπρόμαυρο και με κόκκο (σημείο-ρίσκο που ενδεχομένως να μπερδέψει τον ανυποψίαστο θεατή που δεν ξέρει πως ο Κούνδουρος κάνει και έγχρωμες ταινίες από το 1977 και έπειτα).

Με άλλα λόγια έχουμε ένα από τα δυνατότερα ντοκιμαντέρ της χρονιάς, το μοναδικό που γυρίστηκε σε 35άρι φιλμ όπως υπερήφανα έλεγε και ο ίδιος ο σκηνοθέτης του, που είναι αθεράπευτος εραστής του παλιού και κλασικού. Στην συνομιλία που ακόλουθησε της ταινίας πρόεκυψε και μια από τις ωραίες στιγμές του φετινού Φεστιβάλ με τη Μαρίζα Κωχ να ερμηνεύει μελοποιημένους στίχους του Πολωνού ποιητή Ρούζεβιτς, την μετάφραση των οποίων επιμελήθηκε ο Κούνδουρος. Με δηλωμένη την αγάπη του σκηνοθέτη για την Μαρίζα Κωχ περιμένω και ελπίζω κάποια στιγμή να δω ένα ντοκιμαντέρ για αυτή την σπουδαία ερμηνεύτρια



ΤΙΤΟΣ, ΠΟΙΗΤΗΣ ΣΕ ΕΠΙΣΦΑΛΗ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ

Μια διαφορετική, πιο δύσκολη παρουσίαση είναι ο τρόπος με τον οποίο ο σκηνοθέτης Νίκος Χρυσικάκης παρουσιάζει την προσωπικότητα ενός σπουδαίου ποιητή και διανοητή όπως είναι ο Τίτος Πατρίκιος. Μερικές φορές αναρωτιέμαι γιατί αυτοί οι άνθρωποι επιστρέφουν στην πατρίδα τους έχοντας διαμορφώσει μια αξιοθαύμαστη πορεία στο εξωτερικό. Ο Τίτος Πατρίκιος έζησε χρόνια στην Γαλλία ενώ κομμάτι της παιδικής του ηλικίας το πέρασε στις ΗΠΑ. Από τα ιδρυτικά μέλη του ΚΚΕ Εσ., έζησε τον καυτό Μάη του '68 στο Παρίσι, νωρίτερα βιώσε την εξορία σε Μακρόνησο και Αη Στράτη, ενώ μεταπολιτευτικά γύρισε στην Ελλάδα διαμορφώνοντας και επηρεάζοντας τη νέοτερη ελληνική γραμματεία (λογοτεχνία και ποίηση).

Ξεφλουδίζοντας λίγο λίγο τις μνήμες του ο Πατρίκιος σε αυτό το ντοκιμαντέρ φανερώνεται από μόνος του μπροστά μας ως ένας από μας, ένας άνθρωπος δηλαδή που στην προκειμένη περίπτωση έζησε έντονα, είχε πάθη και αδυναμίες αλλά όχι δεν έχει διάθεση να παρουσιαστεί ως αγιοποιημένος λόγιος. Ιδεαλιστής που καταδικάζει απερίφραστα τη βια, απογοητευμένος από το γκρέμισμα της Αριστεράς (και ιδιαίτερα στην Ελλάδα), ξεδιπλώνει με την αφήγηση του ενδιάφερουσες λεπτομέρειες από έναν βιο πλούσιο σε ιστορίες. 18 μήνες πήρε η κινηματογράφηση αυτής της μακροσκελούς αφήγησης, που διανθίζεται με εξωτερικά γυρίσματα στην Μακρόνησο, στην Πλατεία Βάθης και στο γραφείο του ποιητή. Σαφές μειονέκτημα, που μάλλον αποτελεί επιλογή του ίδιου του σκηνοθέτη η εστίαση στην ίδια την αφήγηση και όχι η ισσοροπία μεταξύ ποίησης και αφήγησης.

ΠΕΡΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΚΑΙ BOX OFFICE

Αναρωτιέμαι τώρα πως ακριβώς στήνεται η πρόωθηση σε μια διοργάνωση σαν το Φεστιβάλ Ντοκιμαντερ. Αρκετές από τις αίθουσες μισογεμάτες. Πόσο δύσκολο είναι λοιπόν να γυρίσει μια ομάδα εθελοντών τα γυμνάσια και τα λύκεια Θεσσαλονίκης και να ξεσηκώσει την πιτσιρικαρία της πόλης να έρθει στο Φεστιβάλ να δει τα μουσικά ντοκιμαντέρ? Πόσο δύσκολο είναι να δημιουργήσεις συνθήκες προβολής και πρόσκλησης σε ομάδες εργαζόμενων στο κέντρο της Θεσσαλονίκης? Ή να φτιάξεις ένα ειδικό περίπτερο μέσα στην Πανεπιστημιούπολη, η οποία έχει βρωμίσει πλέον με τα ξώβυζα banners της ΠΑΣΠ και της ΔΑΠ (αυτό θα πει κομματική προσφορά στη νεολαία και στον πολιτισμό)? Έξω από το Ολύμπιον το Φεστιβάλ έχει στήσει ένα γυάλινο κουτί στο οποίο λέει παρέχονται πληροφορίες και πωλούνται προγράμματα. Την ίδια στιγμή για τις δύο αίθουσες (ΟΛΥΜΠΙΟΝ και ΖΑΝΝΑΣ) υπάρχει μόνο ένα ταμείο στο οποίο πριν από κάθε προβολή σχηματίζονται τεράστιες ουρές θεατών αλλά μπαίνοντας στην ίδια την αίθουσα βλέπεις ουρά από άδεια καθίσματα. Πέτυχα προβολή στον ΖΑΝΝΑ (αίθουσα που χωράει άνετα 250 θεατές) που είχε μόλις και μετα βιας 50 άτομα! Μαγικές εικόνες!

Η μόνη προβολή που τσέκαρα τίγκα, γεμάτη από κόσμο ήταν η ΤΑΞΙΔΙΑΡΑ ΨΥΧΗ, για την οποία η σκηνοθέτις και οι φαν του Αγγελάκα πάλεψαν την προβολή της ταινίας από μέρες μοιράζοντας διαφημιστικό υλικό, ξεσηκώνοντας φίκους και γνωστούς από την πολυθρόνα και κάνοντας παιχνίδι μέσα από το ιντερνετ. To αναφέρω ως θετικό παράδειγμα στο οποίο η τρέλα κάποιων ανθρώπων λειτούργησε όμορφα. Θα επανέλθω στο θέμα γιατί έχει και άλλο ζουμί που δεν αφορά τόσο το Φεστιβάλ όσο κάποιους από τους παραγωγούς ταινιών.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις