Θεατρική Ανασκόπηση Θεσσαλονίκης 2011-2012 - Εξώστης



"Ότι πιο πολύ ποθείς": Η Ακτίς Αελίου ανεβάζει Δ. Δημητριάδη σε μια από τις πιο δυνατές παραστάσεις της χρονιάς

Η σκέψη ήταν απλή: Να προσπαθήσω να κάνω μια ανασκόπηση για τον θεατρικό χειμώνα που πέρασε στην Θεσσαλονίκη. Ή μάλλον για να τα λέω καλύτερα για την θεατρική άνοιξη, που έζησε η Θεσσαλονίκη την σεζόν 2011-12. Από την αρχή αυτής της σεζόν μου έκανε προσωπικά εντύπωση η πληθώρα παραστάσεων αλλά και κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που παρουσίαζε η θεατρική κίνηση της Θεσσαλονίκης, στοιχεία που μάλλον δεν ήταν τόσο έντονα πριν 5 ή 10 χρόνια. Η έρευνα που ξεκίνησα οδήγησε στα γραφεία του Εξώστη τρείς ερευνητές του θεάτρου, οι οποίοι μέσα από την πολύ ζωηρή κουβέντα που είχαμε πραγματικά έδωσαν μια πλήρη εικόνα ενός παζλ που φανερώνει και μια άλλη γενικότερη εικόνα μιας πόλης που εδώ και λίγο καιρό αποκτά πολυρυθμία και είναι έτοιμη για μια δημιουργική έκρηξη.


ΚΘΒΕ


Η συζήτηση μας ξεκίνησε από εκεί που ξεκινάει και η θεατρική κίνηση στην Θεσσαλονίκη. Το ΚΘΒΕ παραμένει ο μεγαλύτερος θεατρικός οργανισμός στην Βόρει Ελλάδα. Φέτος βέβαια και αυτός ο κρατικός οργανισμός είχε να αντιμετωπίσει τις δικές του δυσκολίες. Ο Σάββας Πατσαλίδης, καθηγητής θεάτρου και θεατρικός κριτικός στην εφημερίδα Αγγελιοφόρος, ανοίγει την κουβέντα: “Σε σχέση με την Αθήνα, εδώ στην Θεσσαλονίκη μεγαλώσαμε με το ΚΘΒΕ. Η δουλειά ενός Κρατικού θεάτρου δεν είναι η πειραματική και εναλλακτική παράσταση αλλά μια μεσοαστική διασκέδαση. Αυτό διαμόρφωσε ανάλογα και εμάς που αποκτήσαμε μια συντηριστική αντίληψη χωρίς αυτό να είναι αναγκαία κακό.

Η Γιάννα Τσόκου, θεατρολόγος, συμπληρώνει : “Για μένα η εικόνα του ΚΘΒΕ ειναι μια εικόνα αγάπης και μίσους. Κι αυτό γιατί δεν μπορώ να φαντάζομαι πως ένας τέτοιος οργανισμός σε μια τέτοια εποχή κρίσης αδυνατεί να στηρίζει πιο τολμηρές επιλογές. Αν το Εθνικό έθεσε αυτές τις ίδιες επιλογές του υπό την κεντρική θεματική - ερώτημα "Τι είναι η πατρίδα μας?" το ΚΘΒΕ δεν θέτει μια καθαρή καλλιτεχνική πολιτική που να εκφράζει τις αναζητήσεις του κοινού, σε όποια οικονομική θέση κι αν βρίσκεται. Είναι ένας ανενεργός πόλος παρά τα έντονα περιφερειακά χαρακτηριστικά του, όπως το Θεατροπωλείο ή η δραστηριότητα στη Μ. Λαζαριστών”.

Αυτή την εικόνα έχει και η Ελένη Κουρτίδου, δημοσιογράφος στον 9.58/ΕΡΤ3 : “Φέτος το Κρατικό είχε αξιόλογες παραστάσεις όπως το “Ντιμπουκ” ή ο “Προφήτης” αλλά σε σχέση με τις μεγάλες παραγωγές του παρουσιάστηκαν προς τα έξω διεκπαιρεοτικά όμως δούλεψαν από στόμα σε στόμα. Αυτό ίσως δείχνει ότι ο το Κρατικό ως οργανισμός υποτιμά το κοινό της πόλης και εκεί το παιχνίδι εκεί χάνεται. Δεν μπορείς να είσαι σε μια πόλη με 4 πανεπιστήμια και ο στόχος σου να είναι τα ΚΑΠΗ και οι σύλλογοι”.

"Μαντάμ Σουσού": Εμπορική μεν, συνταγή ανάγκης δε για το ΚΘΒΕ

Όμως ο Σάββας Πατσαλίδης επισημαίνει πως οι συντηρητικές επιλογές του Κρατικού μπορεί να μην ενθουσιάζουν, θεατρικά δικαιολογούνται όμως από το πλαίσιο της εποχής : “Η αντίληψη του ΚΘΒΕ τα τελευταία χρόνια ταυτίζεται με αυτήν του Εθνικού Θεάτρου. Ζούμε μια καμπή. Όλα γύρω μας αμφισβητούνται. Ύπάρχει μια αγωνία γύρω μας διάχυτη για το ποιοι είμαστε, ποια είναι η ταυτότητα μας. Έτσι τα δύο θέατρα επέλεξαν έργα που να απαντούν σε αυτά τα ερωτήματα. 

Το Κρατικό βέβαια λειτούργησε πιο συντηρητικά και λόγω ταμείου. Ο φόβος μιας χρεοκοπίας λειτούργησε καταλυτικά στους ανθρώπους που διαμορφώνουν την πολιτική του Θεάτρου και έτσι περιόρισαν και τις επιλογές τους. Κατανόω όμως τα κίνητρα όσο κι αν δεν μου αρέσουν κάποιες επιλογές. Θα έπρεπε να γίνουν κάποιες πιο ποιοτικές επιλογές οπωσδήποτε. Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε ως διαχρονικό δεδομένο είναι το εξής: Όταν πηγαίνει καλά το Κρατικό συμπαρασύρει όλη την θεατρική Θεσσαλονίκη. Είναι μια λοκομοτίβα, που φέρνει κόσμο στο κέντρο και δημιουργεί ένα ωστικό κύμα. Αν οι γονείς σας πάνε σε μια παράσταση του ΚΘΒΕ, τα παιδιά σας θα αναζητήσουν μια μικρή σκηνή με μια παράσταση πιο μοντέρνα. Κι αυτό έχει μεγαλη σημασία”.



ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ – ΟΙΚ. ΚΡΙΣΗ

"Η Χρυσή Πόλη", μια από τις τελευταίες παραστάσεις της Πειραματικής Σκηνής


ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ – ΟΙΚ. ΚΡΙΣΗ

Το ερώτημα όμως είναι αν το Κρατικό Θέατρο επηρεάζεται από την οικονομική κρίση, το θέατρο συνολικά πως επηρεάζεται? Ο Σαββας Πατσαλίδης υποστηρίζει πως το θέατρο δεν έχει νιώσει ακόμα άμεσα την κρίση: “ Το θέατρο στο σύνολο του έχει απώλειες αλλά ακόμα δεν έχει νιώσει τόσο άμεσα την κρίση. Ένας από τους πρώτους τομείς που πλήρωσε το μάρμαρο της κρίσης είναι η σκηνογραφία αφού πλέον λειτουργεί περισσότερο η φαντασία παρά το χρήμα, χωρίς αυτό να είναι απαραίτητα κακό.

Όταν όμως θεατρικές ομάδες νιώθουν την οικονομική δυσκολία στο πετσί τους τι γίνεται? Αν υπάρχει ένα γεγονός που χαρακτηρίζει αυτή την θεατρική χρονιά που μας πέρασε αυτή είναι χωρίς αμφιβολία ο κίνδυνος που αντιμετωπίζει η Πειραματική Σκηνή της Τέχνης να κλείσει.

Ο Σάββας Πατσαλίδης και εδώ σημειώνει με έμφαση τον ρόλο που έπαιξε αυτό το σημαντικό Θέατρο για την Θεσσαλονίκη: “Το κλείσιμο της Πειραματικής είναι μια σημαντική απώλεια γιατί ήταν πάντα ένα θέατρο μεσαίου χώρου ανάμεσα στο ΚΘΒΕ και στις μικρές σκηνές. Και όπως κάθε τι μεσαίο στην Ελλάδα έτσι και η Πειραματική βάλλεται από την κρίση”. Δεν είναι όμως η μόνη σκήνη που κλείνει. Σημαντικό είναι επίσης το κλείσιμο της Ούγκα Κλάρα αλλά του Μικρού Θεάτρου την τελευταία διετία.

Το δέσιμο μας με την Πειραματική είναι συναισθηματικό και για αυτό βαραίνει η ενδεχόμενη απώλεια”, αντιλέγει η Γιάννα Τσόκου, η οποία πιστεύει πως “Οι δυνάμεις της Πειραματικής είναι τόσο δημιουργικές που έχουν την ευκαιρία να ανανεωθούν και να προσφέρουν κάτι νέο”.

Και η Ελένη Κουρτίδου συμφωνεί πως η απουσία της Πειραματικής Σκηνής θα γίνει αισθητή εφόσον συμβεί: “Θα είναι μια ουσιαστική απουσία. Η Θεσσαλονίκη αυτή την στιγμή έχει πολλές μικρές ομάδες σκόρπιες σε δικές τους κυψέλες ενώ το Κρατικό κάνει χαμηλές πτήσεις με στόχο να προφυλάξει το ταμείο. Είναι χωρίς αμφιβολία σοβαρό το κενό που θα υπάρξει με την απουσία της Πειραματικής, που προσέφερε πράματα όπως η Θεατρική Άνοιξη ή οι Προτάσεις και όχι μόνο”.


Και η Ελένη Κουρτίδου συμφωνεί πως η απουσία της Πειραματικής Σκηνής θα γίνει αισθητή εφόσον συμβεί: “Θα είναι μια ουσιαστική απουσία. Η Θεσσαλονίκη αυτή την στιγμή έχει πολλές μικρές ομάδες σκόρπιες σε δικές τους κυψέλες ενώ το Κρατικό κάνει χαμηλές πτήσεις με στόχο να προφυλάξει το ταμείο. Είναι χωρίς αμφιβολία σοβαρό το κενό που θα υπάρξει με την απουσία της Πειραματικής, που προσέφερε πράματα όπως η Θεατρική Άνοιξη ή οι Προτάσεις και όχι μόνο”.

ΜΕΤΑΚΛΗΣΕΙΣ

Ποιο είναι όμως εκείνο το στοιχείο που διαμόρφωσε το θέατρο της Θεσσαλονίκης αυτή την χρονιά? Η πόλη είχε την ευκαιρία να δει ουκ ολίγες παραστάσεις. Υπήρξε μάλιστα περίοδος που η θεατρική ατζέντα του Εξώστη μετρούσε πάνω από 100 επιλογές. Η Ελένη Κουρτίδου επισημάινει πως αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα κάτι για το ίδιο το Θέατρο : “Είδαμε και άδειες αίθουσες σε καλές παραστάσεις. Κι αυτό επειδή ήταν τόσες οι επιλογές που χάνεσαι. Πάντως παραστάσεις του κέντρου που ήρθαν στην Θεσσαλονικη άξιζαν”.

"Η πόρνη από πάνω" - Τόσοι πολλοί θεατρικοί μονόλογοι που έγιναν και φεστιβάλ!

Ακόμα όμως και αρκετές από αυτές τις παραστάσεις με γνωστούς ηθοποιούς που ζουν και εργάζονται στην Αθήνα πέρα από την καλλιτεχνική αρτιότητα τους είχα ένα πολύ ιδιαίτερο στοιχείο, όπως λέει η Γιάννα Τσόκου: “Είδαμε αρκετούς θεατρικούς μονολόγους, πράγμα που σίγουρα αποτελεί πλέον φαινόμενο της εποχής. Και επίσης είδαμε αρκετές παραστάσεις με ολιγομελή σχήματα να αφήνουν το σανίδι της σκηνής και να παρουσιάζονται σε καφέ και μπαρ με στόχο την αύξηση της εμπορικής επιτυχίας τους”. Ο Σ. Πατσαλίδης θεωρεί πως τέτοιες επιλογές δεν αφορούν μόνο το οικονομικό κομμάτι μιας παράστασης: “Το θέατρο γενικά έχει εγκαταλείψει τα πολυπρόσωπα έργα περιορίζοντας την δράση του σε πολύ λιγότερα. Κι αυτό γιατί το διάφραγμα της εικόνας είναι περίκλειστό. Μας περιορίζει στο πλάνο”.

ΠΑΙΔΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ

Η "Ντενεκεδούπολη" του ΚΘΒΕ,
μια από τις καλές παιδικές παραστάσεις της χρονιάς
Αν υπήρξε πάντως ένα θεατρικό είδος που συνέχισε μια θετική παράδοση που επικρατεί τα τελευταία χρόνοα είναι το παδικό θέατρο. Η Γιάννα Τσόκου θεωρεί πως “το επίπεδο στο παιδικό θέατρο έχει σαφώς ανέβει και σε αυτό βοήθησε το θέμα του ανταγωνισμού αλλά και ο διαχρονικός σεβασμός κάποιοων σχημάτων όπως το Νέο Θέατρο και η Πειραματική στο είδος”.

Ο Σ. Πατσαλίδης πιστεύει πως από τα δυνατά χαρτιά του παιδικού θεάτρου είναι η αγάπη του γονιού για το παιδί του: “Ένας γονιός μπορεί να κόψει από την δίκη του ψυχαγωγία για να προσφέρει στο παιδί. Το λέω αυτό λόγω και της οικογενειακής κατάστασης μου”. Σε σχέση πάντως με το παρελθόν και οι τρείς συνομιλητές μου συμφωνούν πως τα παιδιά βλέπουν τώρα πιο σοβαρό παιδικό θέατρο και όχι αρπαχτές. Ο Σ. Πατσαλίδης θεωρεί πως “μια νέα γενιά ανθρώπων του θεάτρο βλέπει το παιδικό κοινό της με περισσότερο σεβασμό και μάλιστα το συνδυάζει και με ενήλικους θεατές. Άλλωστε δεν μπορείς να κοροϊδέψεις τα παιδιά. Η ποιότητα που προσφέρεις είναι χαρακτηριστικό του ανταγωνισμού. Και η κρίση ευνόησε το παιδικό θέατρο”.

Πάντως η κρίση απειλεί την θεατρική παιδεία και αγωγή στα σχολεία”, λέει η Ε. Κουρτίδου η οπόία πιστεύει πως δεν είναι θέμα μόνο πολιτικής αλλά και ζήτημα πως οι ίδιοι οι καθηγητές διαχειρίζονται το θέατρο στην εκπαίδευση.”

ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ – ΕΣΩΣΤΡΕΦΕΙΑ – ΜΙΚΡΕΣ ΣΚΗΝΕΣ

Τελικά όμως πόσες θεατρικές ομάδες χωράει η Θεσσαλονίκη? Η απορία μου βγαίνει αβίαστα αφού σκέφτομαι πόσες μικρές ομάδες ζουν και έργάζονται πλέον στην πόλη. Και όχι μόνο αυτό. Τι παραστάσεις προσφέρουν στο κοινό της πόλης?

"Εσωτερικό" του C. for Circus, μια από τις παραστάσεις του ανεξάρτητου θέατρου της Θεσσαλονίκης

Η Γιάννα Τσόκου ξεχωρίζει ονόματα που έχουν δοκιμαστεί εδώ και χρόνια: “Σίγουρα σε αυτό το πεδίο ξεχωρίζει εδώ και χρόνια η δουλειά του Πέτρου Ζηβανού. Ξεχωρίζει επίσης η Ακτίς Αελίου αλλά και η δουλειά που κάνουν στο Σχήμα Εκτός Άξονα ο Νίκος Βουδούρης και η Αναστασία Θεοφανίδου”

Αντίθετα η Ελένη Κουρτίδου δεν φοβάται να αναφερθεί “στα μικρά διαμαντάκια από σπουδαστές του Τμήματος Θεάτρου που λειτουργούν ακόμη χωρίς συμβατικότητες, έλευθεροι από δεσμέυσεις”.

Όμως ο Σ. Πατσαλίδης πιστεύει πως οι μικρές σκηνές διαμορφώνουν ένα χάσμα στην ιστορική ροή του Θεάτρου αφού οι νεοι καλλιτέχνες δεν μαθητεύουν κοντά στους παλιούς: “Προτιμούν να γίνονται αφεντικά του εαυτού τους απο νωρίς. Εκεί κολλάει και η επιλογή μονολόγων. Δεν δίνω αρνητική χροιά σε αυτό αλλά οι νέοι ηθοποιοί τρέφουν το εγώ τους, την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους ως καλλιτέχνες. Είναι μια νέα γενιά επιθετική, εγωκεντρική”.

Είναι όμως το θέατρο της Θεσσαλονίκης με τόσες ομάδες πρωτοποριακό? Ο Σ. Πατσαλίδης πιστεύει πως όχι : “ Το θέατρο μας είναι αρκετά συντηρητικό. Σε 250 θέατρα περιμενεις μια έκρηξη. Ωστόσο βλέπεις εργάκια, παραστασούλες. συμπαθητικά πράματα”.

Και οι τρείς συνομιλητές μου συμφωνούν πως το θέατρο στην Ελλάδα είναι κατά βάση εσωστρεφές και αυτό ισχύει και για την Θεσσαλονίκη: “Υπάρχει μια απίστευτη εσωστρέφεια. Και είναι μια λογική απορία το γιατί οι θεατρικές ομάδες μας δεν τολμάνε να βγουν στον εξωτερικό. Το οικονομικό πάντως δεν είναι αιτία, είναι αφορμή. Ίσως να συμβαίνει από απειρία, ίσως από φόβο, ίσως επειδή έχουμε καλομάθει πως ότι δεν το οργανώνει η πολιτεία δεν χρειάζεται να το επιδιώκουμε”, επισημαίνει η Ε. Κουρτίδου.

Είναι όμως οξύμωρο για μια πόλη σαν την Θεσσαλονίκη να συντηρεί τόσες σχολές υποκριτικής και εργαστήρια αλλά και πανεπιστημιακά τμήματα και να μην εκφράζει πρωτοποριακές ιδέες. Ίσως να είναι και θέμα θεατρικής πολιτικής. “Ας πούμε", θυμίζει η Γ. Τσόκου, “το Χοροθέατρο που είχε ήδη δημιουργήσει και εκπαιδεύσει ένα κοινό κόπηκε απότομα, επειδή κάποιοι άνθρωποι δεν μπορούσαν να αντιληφθούν την χρησιμότητα του δημιουργώντας ένα χάσμα και ένα κενο”.

Η Ε. Κουρτίδου επανέρχεται για να συμπληρώσει: “Δεν βλέπουμε όμως και παραστάσεις από την Ευρώπη. Δεν νομίζω πως φταίει μόνο η κρίση αλλά σίγουρα παίζει τον ρόλο της. Ζήσαμε και περιόδους καταστροφικής ομφαλοσκοπησης”.

ΔΗΜΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Και μέσα σε αυτό το μεταβαλλόμενο θεατρικό τοπίο ο Δήμος Θεσσαλονίκης δείχνει για πρώτη φορά να αποκτά έναν πιο δυναμικό ρόλο. “Σημαντική κίνηση η Απογραφή Πληθυσμού, όπως και το Φεστιβάλ του Άνετον”, λένε και οι τρείς συνομιλητές μου με μια φωνή. Όμως η Γιάννα Τσόκου σημειώνει πως χρειάζεται να γίνουν και άλλα βήματα: “Είναι θετική η παρουσία του Δήμου αλλά πέρα από το να δώσει βήμα έκφρασης μπορεί να δημιουργήσει και συνθήκες ζύμωσης για την συνεργασία και την ανταλλαγή μεταξύ των ομάδων. Ας είναι αυτό ένα επόμενο βήμα”.

Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΘΕΑΤΡΙΚΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ

Βέβαια αν υπάρχου τόσες πολλές ομάδες την ίδια στιγμή ο Τύπος δοκιμάζεται στο σύνολο του. Λογικό είναι να δοκιμάζεται και ο χώρος της θεατρικής κριτικής. Οι λόγοι που συμβαίνει αυτό είναι πολλοί. Ο Σ. Πατσαλίδης είναι ο μόνος κριτικός θεάτρου που γράφει αυτή την στιγμή σε ημερήσια εφημερίδα: “Η παραδοσιακή κριτική περνάει στο περιθώριο. Το αντίπαλον δέος είναι οι μπλογκερς, μια νέα μορφή κριτικής που έχει κοινό αφού η νέα γενιά μεγαλώνει με την τεχνολογία.

Όμως ποιοτικά είναι κατά κανόνα πολύ χαμηλού επιπέδου. Η κριτική είναι ένα μικρό δοκίμιο, που θέλει υπομονή και στη γραφή και στην ανάγνωση. Σημειώστε επίσής πως όλο και λιγότερες εφημερίδες θεωρούν ότι αξίζει να φιλοξενούν στήλη κριτικής. Έτσι αν δεν κλείνουν οι εφημερίδες, εξαφανίζονται οι στήλες”.

"Είστε όλοι σας καθάρματα" -
Μια πρωτοποριακή παράσταση από τη νέα σκηνή της πόλης στο Θέατρο ΟΡΑ


Και η Ε. Κουρτίδου, ως δημοσιογράφος βλέπει πως η κριτική δοκιμάζεται στην εποχή της κρίσης : “Από τη μια έχουμε την αμεσότητα του διαδικτύου και από την άλλη η κριτική απαξιώνεται από τις εφημερίδες θεωρώντας πως δεν έχει νόημα ένα τέτοιο κειμενο στις σελίδες της. ¨Ετσι σήμερα είναι απελπιστικά λίγοι οι άνθρωποι που αντέχουν ακόμα να γράφουν. Ας μην ξεχνάμε τι γίνεται στις εφημερίδες της πόλης”.

Η Γιάννα Τσόκου πάντως εξετάζει με αυτοκριτική το φαινόμενο: “Και η ίδια η κριτική έχει την ευθύνη της σε αυτό. Την προηγούμενη δεκαετία πέρασε στις εφημερίδες μια αντίληψη που έκραζε ανηλεώς παραστάσεις για να περάσουμε μετά σε μια δημοσιογραφική δομή σύντομων κειμένων που δυστυχώς παρουσιάζονται ως κριτικές. Είναι απαραίτητο να ξαναδούμε το θέμα της κριτικής”.

Το διαδίκτυο όμως δεν προσφέρει ευκαιρίες? “Φυσικά”, συμφωνεί η Ε. Κουρτίδου, “Υπάρχει πάντα βέβαια μια ελπίδα πάλι μέσα από τον ίδιο χώρο του διαδικτύου να ξεπήδησουν φωνές μέσα από ιστολόγια νένων ανθρώπων με την παιδεία και την αντίληψη του θεάτρου. το θέμα δεν είναι αν λείπουν οι κριτικοί αλλά ποιος δίνει σημασία στην δουλειά τους.”

Ο Σ. Πατσαλίδης δηλώνει αισιόδοξος: “Νομίζω πως η κριτική θα βρει το βηματισμό της μέσα στο χώρο αφού περάσει αυτή τη δοκιμασία. Βιώνουμε και εδώ μια μεταβατική εποχή. Και εγώ προσπαθώ να υιοθετήσω την διαδικτυακή επαφή με ένα δικό μου μπλογκ. Σημασία έχει που απευθύνεσαι. Είναι το νέο κοινό που πρέπει να μας απασχολεί γιατί αυτό το κοινό ανανεώνει το θέατρο”.


ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΤΙ?

Πλησιάζοντας προς το τέλος της κουβέντας θέλησα να κάνω μια μαντεψιά για το μέλλον. Αλήθεια μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι για την θεατρική Θεσσαλονίκη?

Η πανσπερμία ομάδων μπορεί να οδηγήσει κάπου γιατί αυτή την στιγμή η Αθήνα δεν είναι πόλος έλξης για κανέναν επαγγελματία. Το Τμήμα Θεάτρου του ΑΠΘ προσφέρει αξιόλογους απόφοιτους με θεατρικές σπουδές και με την απόφαση να παραμείνουν στην πόλη αφού η Αθήνα δεν προσφέρει πλέον ευκαιρίες.

Ας μην ξεχνάμε πως αυτή την στιγμή 3 σπουδαίοι θεατρικοί συγγραφείς, ο Άκης Δήμου, ο Σάκης Σερέφας και ο Δημ. Δημητριάδης ζουν εδώ, εν πλήρη δράση”, σημειώνει η Ε. Κουρτίδου.

"Ραχήλ!" από το Κέντρο Θεατρικών Ερευνών 

Και η Γ. Τσόκου δείχνει αισιόδοξη: “Η Θεσσαλονίκη θεωρείται θεατρική αγορά για τους θιάσους και αυτό είναι θετικό. Μόνο με τον ανταγωνισμό μπορούμε να βελτιώσουμε το θέατρο μας. Οι σχολές και τα εργασήρια που υπάρχουν βγάζουν καρπούς, νέες δυνάμεις που θα φυτρώσουν και θα μας προσφέρουν αποτελέσματα τα επόμενα χρόνια. Αυτή η ευκαιρία που έχουμε θα εξαρτηθεί από το που θα ανεβάσουμε εμείς το ταβάνι σε στόχους. Π,χ, στην Δ. Θεσσαλονίκη βλέπεις ένα αόρατο τείχος που η θεατρική Θεσσαλονίκη δεν έχει καταφέρει ακόμα να γκρεμίσει. Και ίσως χρειάζεται να γίνουν κάποιες κινήσεις για να κερδίσουμε ένα κοινό που σίγουρα αγαπάει και έχει ανάγκη το θέατρο.”.

Και ο Σ. Πατσαλίδης πιστεύει πως η πόλη κρατάει στα χέρια της το δημιουργικό μέλλον: “Έχω την διαίσθηση ότι η κρίση θα αναδείξει την θεατρική Θεσσαλονίκη. Η Αθήνα παρουσιάζει μια απίστευτη παρακμή και αυτό έχει και καλλιτεχνικό αντίκτυπο. Η Θεσσαλονίκη είναι υγιέστερη και έχει ελπίδες να αναδείξει μια άνοιξη καλλιτεχνική, με νέους χώρους, νέα πρόσωπα. Είναι απαραίτητο να βάλουμε τους νέους και τους φοιτητές στο κέντρο της προσοχής μας και αυτό θα μας δώσει μια άλλη δημιουργική τροπή”.


Οι ομιλητές

Σάββας Πατσαλίδης - καθηγητής Θεατρολογίας στα Τμήματα Αγγλικής Φιλολογίας και Θεάτρου του ΑΠΘ και στη Δραματική Σχολή του ΚΘΒΕ, κριτικός θεάτρου στην εφημερίδα Αγγελιοφόρος


Γιάννα Τσόκου – Θεατρολόγος, διδάκτωρ Θεατρολόγος στο Παν Βιέννης, κριτικός Θεάτρου, μεταφράστρια, καθηγήτρια στην δρμ. Σχολή Ανδρ. Βουτσινάς, υπεύθυνη για το Θέατρο στην Εκπαίδευση, συνεργάτις με τις επιθεωρήσεις Θεσσαλονικέων Πόλις, Anatolia Alumnus

Ελένη Κουρτίδου - Δημοσιογράφος στον 9.58fm (Β Πρόγραμμα Ρ/Σ Μακεδονίας - ΕΡΤ3), Θεατρολόγος

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις