ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ (ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ ΓΙΑ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ)

(Φώτο: Ο Τζον Ντίλιντζερ λίγο πριν... το μεγάλο έγκλημα)

Μιλούσα προχτές για τις ταινίες του Μαικλ Μαν και έτσι πήγα και στον Δημόσιο Κίνδυνο, τη νέα ταινία του, περιμένοντας τα καλύτερα. Το ίδιο το θέμα που αφηγήται είναι εξαιρετικά αβανταδόρικο. Μιλάει για την δράση ενός από τους θρυλικούς εκπροσώπους της παρανομίας στις ΗΠΑ, τον Τζόν Ντίλιντζερ, ηγετική μορφή του οργανωμένου εγκλήματος στα χρόνια του Great Depression, δηλ της Μεγάλης Ύφεσης, εποχή που η αμερικάνικη οικονομία ισοπεδώθηκε και χρειάστηκε ένας πόλεμος και μια καμμένη Ευρώπη για να ορθοποδήσει. Σε αυτά τα χρόνια ο Ντίλιντζερ έγινε ένας μύθος για τον λαό χτυπώντας συστηματικά μεγάλες τράπεζες. Η δράση του δεν υπήρξε μεγάλη χρονικά αλλά μέσα σε αυτό το άστατο κοινωνικά περιβάλλον η φήμη του πήρε διαστάσεις δυσθεώρητες και έτσι διασώθηκε μέχρι τις μέρες μας.

Αν και η ιστορία είναι αβανταδόρικη ο Μάν ωστόσο δεν την στηρίζει όπως θα περίμενε κανείς. Στις περίπου δυομισι ώρες της ταινίας η αφήγηση έχει σαν κεντρικό θέμα τον Ντίλιντζερ και το κυνηγητό που εξαπέλυσαν τότε οι αστυνομικοί του Τζει Έντγκαρ Χούβερ με σκοπό την δημιουργία του γνωστού σε όλους μς FBI, η ομοσπονδιακή αστυνομία των ΗΠΑ. Από τη μια αδίστακτος πιστολάς που φλερτάρει με το ρίσκο και κλέφτης με ηγετικά πρόσοντα και από την άλλη δοτικός, φιλότεχνος και ευχάριστος. Όπως βέβαια αναφέρει και ο ίδιος υπήρξε ένα χαμίνι που έκλεψε 50 δολάρια στην εφηβεία του και έφαγε 10 χρόνια φυλακή για να ακολουθήσει ότι επέλεξε αργότερα. Από την άλλη υπάρχει και ένας αστυνομικός, ο Μέλβιν Πέρβις, που θα γίνει σκιά του Ντίλιντζερ προσπαθώντας να ισοπεδώσει το έγκλημα στο πρόσωπο του.

Θα περίμενε κανείς σεναριακά να δημιουργηθεί ένα οργανωμένο περιγραφικό δίπολο καλού - κακού μέσα στο οποίο ο Μαν θα παρουσίαζε τις εσωτερικές πτυχές των δύο ηρώων για να φτάσει στην ιδανική κορύφωση και κάθαρση της ιστορίας, όπως ας πούμε έκανε ο Σκοτ στον Αμερικαν Γκάνγκστερ. Αντιθέτως ο Μαν στον Δημόσιο κίνδυνο εστιάζει την δράση του Ντίλιντζερ μέσα από την γέννηση του FBI και τις μεθόδους που χρησιμοποίησαν τα πρωτοπαλίκαρα του Χούβερ για να φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Γιατί αυτό ? Ίσως για να παραλληλήσει την εποχή του Ντίλιντζερ με την δική μας αφού τα πρόσωπα άλλαξαν αλλά οι μέθοδοι και τα κίνητρα είναι πάντα ίδια. Πολύ περισσότερο για να ταυτίσει τον Ντίλιντζερ με μια χώρα - την Αμερική - η οποία ζει στα χρόνια της Ύφεσης - την δική της αθώοτητα και μοναξιά ανάμεσα στο πολιτικά και νομικά ορθό και το απαγορεμένο (μην ξεχνάμε ότι την ίδια εποχή η Ευρώπη ολισθαίνει προς τον ολοκληρωτισμό ανοίγωντας τις πύλες της κόλασης και του Β΄Παγκ. πολέμου)

Έτσι λοιπόν ενώ όπως είπωθηκε σκιαγραφεί υπέροχα τον Ντίλιντζερ και κερδίζει μια απολαυστική ερμηνεία από τον πρωταγωνιστή του Τζόνι Ντεπ δεν κάνει το ίδιο και με το αντίπαλο δέος. Ο Πέρβις είναι απλά ένα όργανο και οι συνεργάτες του καλά κουρδισμένοι στο τέμπο της σύλληψης Ντίλιντζερ. Κάνενα συναίσθημα, καμία αγωνία, καμία σκέψη που να μας δείχνει τι άνθρωποι είναι αυτοί. Αποφασιστικοί, σκληροτράχηλοι, άγριοι σαν τους λευκούς αποίκους της άγριας δύσης.

Σε όρους κινηματογραφικής ανάλυσης ο Μαν στήριχτηκε περισσότερο στην ιδεολογία ενός γουέστερν παρά στην αισθητική του νουάρ. Σε αυτό το σήμειο θα άξιζε να χρωματίσει περισσότερο την ερωμένη του Ντίλιντζερ, την Μπίλι αναδεικνύοντας την και σε μια femme fatale. Αντίθετα και αυτή είναι απλά μια δορυφορική παρουσία που κυκλοφορεί γύρω από τον βασικό ήρωα.

Αν σεναριακά δεν είχαμε το καλύτερο αποτέλεσμα σκηνοθετικά έχουμε μια φροντισμένη αφήγηση και φυσικά μια καλοδουλεμένη και άρτια τεχνική προετοιμασία. Η καλλιτεχνική διεύθυνση είναι από τα ωραιότερα σημεία της ταινίας και αναπαριστά καταπληκτικά την εποχή (δεκαετία '30). Τα κουστούμια και τα ντεκορ το ίδιο (εδώ αξίζει να αναφερθεί πως αρκετά από τα σετ γυρισμάτων έγιναν στις αυθεντικές τοποθεσίες δράσης των ηρώων). Η μουσική του Έλλιοτ Γκοτενταλ (έχουν ξανασυνεργαστεί με τον Μαν στην ΕΝΤΑΣΗ) πολύ καλή, πρωτότυπη και συνοδεύει τις εικόνες δίνοντας τον ιδανικό ρυθμό. Το μοναδικό σημείο προβληματισμού είναι μάλλον το μοντάζ, το οποίο δεν νομίζω ότι το χείρίστηκε ο σκηνοθέτης με την ακρίβεια και την οικονομία που θα έπρεπε.

Εκείνο όμως το σημείο που αναμφισβήτητα αξίζει απόλυτου θαυμασμού είναι η φωτογραφία του Ντάντε Σπινότι. Άλλωστε σε αυτό το σήμειο δίνει έμφαση και ο Μαν κάνοντας πολλά κοντινά προσπαθώντας να εστιάσει στις "αυθόρμητες" αντιδράσεις των ηρώων του. Η κινηματογράφηση έγινε με ψηφιακές κάμερες. Τα τρελλά πιστολίδια, το κυνήγι, τα αδιάκοπα κοντινά γίνονται όλα μαγικά με την ψηφιακή κάμερα, που σε ελάχιστες περιπτώσεις στέκεται σταθερή απλά ακολουθωντας την δράση. Δεν μου φανεί παράξενο αν δω τον φωτογράφο Σπινότι στην 5αδα των Όσκαρ.

Ωστόσο ο προβληματισμός παραμένει. Γιατί π.χ. στην ανάλογη περίπτωση του γαλλικού Δημόσιου Κινδύνου, που περιγράφει την ζωή και τα κατορθώματα του Ζακ Μεσρίν έχουμε μια άρτια δομημένη αφήγηση μην αφήνοντας τίποτα ασχολίαστο και σκιαγραφώντας άψογα όχι μόνο τον Μεσρίν αλλά όλους τους ήρωες. με αυτές τις σκέψεις βγήκα προβληματισμένος και όχι και τόσο ευχαριστημένος για το αποτέλεσμα της νέας ταινίας του Μαικλ Μαν...

Link

Οι Μανόλα Ντάρτζις και Κέν Τούραν των Νεοϋρκέζικων και των Λος Άντζελες Ταϊμς αντίστοιχα δίνουν την δική τους ερμηνεία στη νέα ταινία του Μαικλ Μαν

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις