"Χωρίς Μέτρο" στην ανθρώπινη σχέση και στην αφηγηση



Whiplash *** (3/5)

Κοινωνικό δράμα/Μουσική, ΗΠΑ, 2014, 106 λέπτα

Σκηνοθεσία: Νταμιέν Σαζέλ


Πρωταγωνιστούν: Μάιλς Τέλερ, Μελίσα Μπενουά, Τζ. Κ. Σίμονς


Ο Άντριου Ναϊμαν είναι ένας φιλόδοξος νεαρός ντράμερ της τζαζ που σπουδάζει σε ένα από τα καλύτερα μουσικά σχολεία της Αμερικής. Καθηγητής του είναι ο Τέρενς Φλέτσερ. Ένας από τους πιο απαιτητικούς, σκληρούς και τελειομανείς μαέστρους της τζαζ. Η μέθοδος διδασκαλίας του είναι κάθε άλλο παρά συμβατική. Υπάρχουν όρια όταν προσπαθείς να αναδείξεις την τέλεια ερμηνεία;




Η μουσική υπήρξε ανέκαθεν για τον κινηματογράφο μια ξεχωριστή πηγή έμπνευσης. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για ιστορίες που αφορούν μουσικούς και έχουν σαν σκοπό να δώσουν στον θεατή μια εκ βαθέων ματιά για την αληθινή σχέση μουσικού – μουσικής. Οι περισσότερες απο αυτές τις ταινίες βασίζονται βέβαια σε αληθινές βιογραφικές ιστορίες. Υπάρχουν όμως και αυτές που ποντάρουν στην αληθινή ευρυματικότητα και την μυθοπλασία. Εκεί ακριβώς βρίσκει κανείς και την ιστορία του Whiplash (Χωρίς Μέτρο), που ουσιαστικά έχει να κάνει με τις φιλοδοξίες ενός νεαρού ντράμερ στον χώρο της μουσικής και της σχέσης του με τον δάσκαλο του στο Ωδείο που σπουδάζει.

 Η ταινία είναι γεμάτη απο μουσική τζαζ και εκμεταλλεύται άριστα τον ρυθμό και την ένταση που προσφέρει αυτή σεναριακά. Το στυλιζάρισμα και η αισθητική του Whiplash θέλει να παρασύρει τον θεατή στο πάθος και την τελειομανία που νιώθουν οι δύο πρωταγωνιστές της ιστορίας του για την μαγεία της μουσικής. Το κοφτό μοντάζ φλερτάρει με το μουσικό τέμπο, τα γεμάτα πλάνα αναδεικνύουν την τζαζ σε ρυθμιστή. Και μέσα σε όλα η ταινία υποστηρίζεται άρτιοτατα απο δύο υπέροχες ερμηνείες, η πρώτη αφορά τον νεαρό της ιστορίας, τον Αντριου Νάιμαν (Μαιλς Τέλλερ), που παρασύρεται στην δίνη και στο πάθος που του μεταδίδει ο δάσκαλος του, Φλέτσερ (Τζ.Κ. Σίμονς). Όλα αυτά είναι στοιχεία που ευχαριστούν έναν υποψιασμένο θεατή.

Ο Τέλλερ είναι υπέροχος και τα δίνει όλα μέσα στην ταινία με αποκορύφωμα τις δύο εξαιρετικές σεκανς - σόλο με αποτελέσμα να ματώσουν τα χέρια του, κίνηση καθόλου παραστατική αλλά πέρα για πέρα αληθινή που θέλει να μεταδώσει με όση περισσότερη έμφαση γίνεται τη λέξη κλείδι: το πάθος. Όμως αδικείται γιατί επικαλύπτεται απο την παρουσία του Σίμονς ο οποίος είναι σαρωτικός, ως ο εκκεντρικός και σκληροτράχηλος δάσκαλος του. 

Εδώ ακριβώς - στην εκκεντρικότητα του δασκάλου - ίσως εντοπίζεται και η αμφιβολία μου για την σεναριακή αφήγηση, η οποία έτσι όπως στήθηκε θα μπορούσε να μην αφορά δάσκαλο μουσικής αλλά λοχαγό στον στρατό ή προπονητή σε ποδοσφαιρική ομάδα (που προσεύχεται στη Παναγιά τον Μαίο να 'μαστε καλά). Υπερφίαλη και υποτιμητική για την σχέση δασκάλου-μαθητή είναι παράδοξο ότι μέσα απο το πρίσμα ευθείας αντιπαράθεσης και της προσβλητικής, μειωτικής, εξουσιαστικής συμπεριφοράς που επιδεικνύει ο δάσκαλος προς τον μαθητή, καταφέρνει να εμπνεύσει τέτοιο πάθος για την μουσική. Πόσο μάλλον όταν σκέφτομαι πως ο χαρακτήρας του νεαρού μουσικού έχει σκιαγραφηθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μην παραπέμπει σε μια αγνή, άδολη προσπάθεια που οδηγεί στην αυτοβελτίωση μέσα απο την συνεργασία και την ανταλλαγή εμπειριών: ο νεαρός Άντριου δεν έχει φίλους, δεν εμπιστεύται τους συναδέλφους του (με τους οποίους μάλιστα λειτουργεί άκρως ανταγωνιστικα), χωρίζει την αγαπημένη του στη μέση της ταινίας (λέγοντας της ότι θέλει να γίνει ο καλύτερος του χώρου του) και έχει υφάκι στο οικογενειακό τραπέζι απέναντι στους συμβιβασμούς που έχουν κάνει οι γονείς του. Ανθρωπιά μηδέν. Με άλλα λόγια η αποθέωση του ατομισμού και του αμοραλισμού. 

Έχουμε μπροστά μας λοιπόν μια ιστορία που δεν αρκείται στην συμπαθητική κριτική του “έκανες καλή δουλειά” αλλά ζητάει τα πάντα εδώ και τώρα. Κάποιοι μπορεί να ενθουσιάζονται με τα στρατιωτικά, μειωτικά και χυδαία παραγγέλματα ενός τέτοιου δασκάλου απέναντι στον μαθητή του, ο οποίος πάει μέχρι την κόλαση αλλά επιστρέφει στον ίδιο δάσκαλο και εκτός σχολής, κατάληξη που οδηγεί σε μια απολαυστική σεκανς ενός καταιγιστικού σολαρίσματος στο φινάλε αλλά συγχωρήστε με αν ήθελα να δω μια μάχη καλού – κακού on stage θα ξαναέβαζα στο dvd player την μονομαχία Νταρθ Βεϊντερ και Λουκ Σκαϊγουώκερ. Εκεί πάντως υπήρχε μια ιπποτική αβρότητα αναμεσα στους μονομάχους - ανταγωνιστές. Και αδυνατώ να αιτιολογήσω την σύνδεση αυτής της συμπεριφοράς ως κίνητρο για έναν νέο καλλιτέχνη, ο οποίος θέλει την αναγνώριση (στην οποία παρασύρεται κατά τρόπο απερίγραπτο μετατρέποντας την από ιδανικό στόχο σε αυτοσκοπό), μας φανερώνει την ικανότητα του αλλά δεν μας λέει τίποτα στα 100 και βάλε λεπτά για την δημιουργικότητα του. Αυτό είναι και το πρόβλημα του Whiplash εν τέλει: αυστηρός αμοραλιστικός διδακτισμός και μικροψυχία, χωρίς ίχνος ανθρωπιάς, που εκμεταλλεύται ως μέσο για την εξιστόρηση την τζαζ μουσική. Θέλει ταλέντο κάποιος για να μιλάει για την μουσική, να έχει μια ταινία (αριστουργηματικά δεμένη ως κατασκεύη) γεμάτη με τον ηλεκτρισμό και το ζωτικό φορτίο της μουσικής αλλά να μην μεταδίδει την ψυχή της μουσικής...

* Δεν αναφέρω σκόπιμα λέξη για την οσκαρικη πορεια της ταινίας. Ειναι σχεδόν σίγουρη μετα απο τοσο καλο φεστιβαλικό promotion. 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις